Category Archives: Ιστορίες

Ρομαντικές Ιστορίες που γράφω….

Τραγούδι Γοργόνας

Παρακαλώ να είστε ευγενικοί και μαλακοί με την κριτική σας. Ίσως μερικές λεπτομέριες να μην έχουν νόημα λόγο ότι το έγραφα μισονυσταγμένος νύχτα και δεν μπήκα στον κόπο να φτιάξω αυτές της λεπτομέρειες μόνo τα ορθογραφικά να έχω φτιάξει (πιστεύω)…

Τραγούδι Γοργόνας

Η Ελλάδα ήταν μια χώρα που η θάλασσα της παρέχει πλούσια αγαθά και στηρίζει την οικονομία της. Σε αυτήν την μικρή ναυτική χώρα ζούσε ο Δημήτρης, δούλευε σε μια μικρή εταιρεία σαν προγραμματιστής Η/Υ, και δεν είχε όμως καθόλου ιδέα για το τι είναι έρωτας, καθώς η μόνη ασχολία του είναι δουλειά, σπίτι, δουλεία και άμα δεν είχε τίποτε να κάνει συνήθως περνούσε τις ώρες βλέποντας anime. Όμως κάτι τον έτρωγε μέσα του μια επιθυμία μια τεράστια επιθυμία να γνωρίσει κάτι, κάτι άγνωστο γι αυτόν, κάτι που το λένε έρωτας.

Η Ναυσικά ήταν μια γοργόνα, που ζούσε στο Αιγαίο συνήθως τριγυρνούσε πλατσουρίζοντας δεξιά και αριστερά και χαζεύοντας τα πλοία που διέσχιζαν το Αιγαίο. Οι γοργόνες ήταν γνωστές στην Μυθολογία και ως σειρήνες που με το τραγούδι τους σαγήνευαν τους ναύτες και τους ψαράδες, ξέρετε οι γοργόνες σαγήνευαν τους ναύτες και για πρακτικούς λόγους λόγο ότι οι ναύτες που σαγηνευόντουσαν από το τραγούδι πλάγιαζαν με τις γοργόνες και έτσι διαδίδονταν το είδος τους, γι αυτό τον σκοπό η ουρά τους γινόταν πόδια.

Η μητέρα της Ναυσικάς ήταν η θρυλική Βασίλισσα του βυθού, όλα τα πλάσματα της θάλασσας την σέβονταν και την αγαπούσαν. Είχε την εξουσία σε όλα τα πλάσματα της θάλασσας. Με το τραγούδι της έχει σαγηνεύσει πολλούς ναύτες. Παρόλα αυτά μόνο με έναν συνευρέθηκε έτσι έκανε την Ναυσικά. Ήταν μεγάλος έρωτας. Όμως ο ναύτης μετά πέθανε έτσι η βασίλισσα πέραν ότι είχε την διοίκηση του βυθού έπρεπε να ανατρέψει και την κόρη της.

Παρόλα αυτά όμως η Ναυσικά είχε ένα μικρό πρόβλημα, δεν μπορούσε να τραγουδήσει, σε αντίθεση με τις άλλες γοργόνες συμπεριλαμβανομένου και της μάνας της με το θρυλικό της τραγούδι. Έτσι οι υπόλοιπες γοργόνες την κορόιδευαν, το χαρακτηριστικό παρατσούκλι ήταν “Η κακόφωνη”, το τραγούδι τις αντί να γοητεύει τους ναύτες τους έκανε να λιποθυμούν και να έχουν εφιάλτες τα βράδια, λόγο ότι ήταν τόσο φάλτσο το τραγούδι της. Γι αυτό καμία δεν την ήθελε, η μόνη συντροφιά της ήταν ένας καθρέφτης που τις είχε δώσει η μάνα της όταν ήταν, μικρή, και η μόνη της απασχόληση να χαζεύει τα καράβια που περνούσαν από το Αιγαίο. Συνήθως τα έβλεπε από τις βραχώδης ακτές της Σύρου.

O Δημήτρης, πάλι δεν είχε πολλούς φίλους, στην δουλεία τα άτομα κάθε φορά που τους έλεγε να βγουν απαντούσαν αρνητικά. Ενώ όταν έβγαινε δεν διασκέδαζε τόσο, και συνήθως καθόταν σε μια γωνία. Η μόνη φορά που διασκέδαζε ήταν σε release parties διανομών linux, ξέρετε ο Δημήτρης ήταν φανατικός χρήστης GNU/Linux στον Υπολογιστή του ενώ στην εργασία του μιλούσε επί το πλείστων για GNU/Linux, λόγο ότι δεν ήξερε τι άλλο να πει στις συζητήσεις του.

Καθώς έβλεπε τα email του, ο Δημήτρης, είδε ότι υπάρχει ένας διαγωνισμός για φωτογραφίες που θα έμπαιναν σαν wallpapers για νια διανομή Linux, έτσι σκέφτηκε: “Γιατί να μην πάρω την φωτογραφική και να πάω μια εκδρομούλα εξάλλου και εγώ θέλω και εγώ ένα διαλειματάκι. Αμάν! βαρέθηκα σπίτι δουλειά δουλειά σπίτι!”, και συνέχιζε να σκέφτεται, “Που να πάω που να πάω, μια χαρά φαίνεται η Σύρος για το Σαββατοκύριακο εξάλλου θέλω να δω τι κάνει και ο Άρης, αχ, πηγαίναμε με το άτομο μαζί στο Τεί Λαμίας όταν ήμουν φοιτητής.”

Έτσι αρχίζει και παίρνει την αδερφή του και την ρωτά αν θέλει να πάνε το Σαββατοκύριακο στην Σύρο, γιατί από τους φίλους του θα έβρισκε de facto αρνητική απάντηση. Τελικά η αδερφή του, η Εμμανουέλλα, συμφώνησε να έρθει μαζί με μια φίλη της, που την λέγαν Νάντια μια φοιτήτρια από την Σύρο που το αγόρι της μένει στην Σύρο είχε τελειώσει η εξεταστική της και θα πήγαινε για μερικές μέρες στην Σύρο να δει τους δικούς της. Εφόσον κανόνισε ο Δημήτρης με ποιους θα πάει έκλεισε τα εισιτήρια για το πλοίο.

Μια μέρα πριν το ταξίδι, καθώς χάζευε στο διαδίκτυο, είδε στο μάτι του ένα blog που έλεγε πως υπήρχε ένας θρύλος πως στην Σύρο το βράδυ στην στεριά βγαίνουν Γοργόνες και τραγουδούν γλυκά. Όμως δεν του έδωσε σημασία, και σηκώθηκε να ετοιμάσει το αμάξι, θα κατασκήνωναν κάπου στην Γαλήσα εξάλλου ήταν μια ωραία και απομονωμένη παραλία ότι πρέπει για να ηρεμήσεις. Θα έπαιρνε την αδερφή του και την κοπέλα από το σπίτι της αδερφής του στο Μενίδι και θα πηγαίναν όλοι μαζί για Ραφήνα. Ενώ συνεννοήθηκε και με τον παλιό του φίλο τον Άρη μέσω skype.

Την ημέρα του ταξιδιού, ξύπνησε πρωί πρωί κατά τις 4 η ώρα και πήρε το αυτοκίνητο και πήγε προς το Μενίδι για να πάρει την αδερφή του και την φίλη της. Στις 5 ήταν Μενίδι, ακόμα δεν είχε ξημερώσει καλά καλά. Με το που χτύπησε την πόρτα η αδερφή του παρόλο που ήταν μισονυσταγμένη τον αγκαλιάζει και λέει:

Εμ: Αδερφούλη μου καιρό έχω να σε δω.
Δημ: Καλημέρα Εμμανουέλα, όντως καιρό έχω να σε δω. Έτοιμα τα πράγματα; Ελπίζω να πήρες σκηνή.
Εμ: Όχι αλλά η φίλη μου πήρε μια.
Ναν: Καλημέρα, μας τα είχε ζαλίσει η αδερφή σου με αυτό το ταξίδι.
Δημ: Καλημέρα. Παιδιά δώστε τα μπαγκάζια σας να τα φορτώσω στο αμάξι, γιατί θα αργήσουμε για το πλοίο. Και έχω κλείσει ήδη τα εισιτήρια.

Έτσι ο Δημήτρης εφόσον βάζει τις αποσκευές στο αμάξι και επιβιβάζονται, ξεκινούν για Πειραιά. Με τα εισιτήρια ανά χείρας επιβιβάστηκαν στο πλοίο. Εφόσον είχαν επιβιβαστεί, ο Δημήτρης είχε την ψηφιακή ανά χείρας για να τραβήξει καλές φωτογραφίες.

Εντωμεταξύ, μερικές ώρες αργότερα, εκείνη την ημέρα η Ναυσικά έκανε την βόλτα της στα νερά έξω από της ακτές της Σύρου, ήταν πολύ προσεκτική για τα πλοία λόγο ότι πολλές γοργόνες πέθαναν λόγο ότι οι προπέλες των πλοίων τις έκαναν κομμάτια. Συνήθως ανέβαινε με φόρα από το βυθό στην επιφάνεια και έτσι ανέβαινε μέχρι αρκετά ψηλά από την επιφάνεια του νερού όπου και καταδυόταν ξανά όπως ένα δελφίνι.

Εκείνη την στιγμή περνά η μάνα της για μια δουλεία που είχε με τον Μέγα Στρατηγό του Βυθού τον Κύριο Ξιφία. Έτσι την χαιρετά κουνώντας χαριτωμένα τα χέρια, με ένα χαμόγελο φωνάζοντας “Γεία σου μαμά!!!”. Η μητέρα της ανταποκρίνεται με ένα χαμόγελο και με μια στοργική φωνή “Δεν μπορώ να παίξω τώρα μαζί σου έχω μια δουλεία, εσύ να είσαι φρόνιμο κορίτσι και να προσέχεις τα καράβια εντάξει;”. Αμέσως μια καθώς έκλεινε τα μάτια της ανταποκρίνεται “Ναι μανούλα!”. Έτσι μετά από αυτό πήγε στο σύνηθες μέρος, μια ερημική παραλία κάπου στην Γαλήσα, να παίξει με τον φίλο της τον αστερία και τον φίλο της τον κάβουρα.

Εντωμεταξύ το πλοίο που είχαν επιβιβαστεί ο Δημήτρης, η Εμμανουέλα και η Νάντια έμπαινε στο Λιμάνι. Ο φίλος του ο Άρης και το αγόρι της Ναυσικάς ο Αλέξανδρος περίμεναν στην προβλήτα. Εφόσον κατέβηκαν ο συναντιόνται όλοι μαζί. Ο Δημήτρης λέει στον Άρη:

Δημ: Χρόνια και ζαμάνια, τι νέα Άρη;
Αρης: Τα ίδια βαρεμάρα…
Δημ: Αιώνιος!!!!

Εφόσον χαιρετηθήκαν και συστηθήκαν μεταξύ τους κάθισαν σε σημείο και μετά από πολύ συζήτηση ο Δημήτρης λέει:

Δημ: Λοιπόν παίδες τα κανονίσαμε εφόσον φτάσαμε λέω να κάνουμε μια βόλτα στην πόλη και αύριο πάμε και βλέπουμε Παλιά Πόλη. Αλλά που θα μείνουμε;
Ναν: Μιας και πήραμε σκηνές λέω να κάνουμε camping ξέρω ένα καλό σημείο στην Γαλήσα δεν θα μας ενοχλεί κανείς.
Εμμ: Μια χαρά!!!
Δημ: Έχω ένα καλό προαίσθημα γι αυτό.

Έτσι αφήσαν το αμάξι στον κεντρικό τον Δρόμο και με τοις φωτογραφικές ανά χείρας περιηγήθηκαν στην πόλη της Σύρου. Εφόσον τράβηξαν άπειρα νεοκλασικά και είδαν τα αξιοθέατα της Ερμούπολης. Καθίσαν να φάνε για το μεσημέρι να φάνε Σουβλάκια…

Εντωμεταξύ η Ναυσικά ανέμελα συνέχιζε να παίζει με τον κάβουρα και τον αστερία. Κάποια στιγμή κουράστηκαν και καθίσαν στα βραχάκια που είχε στο πλάι και πιάσανε την κουβέντα:

Καβ: Χθές είδα μια όμορφη καβουρίνα, πωω τι να σου λέω, ήθελα με τις δαγκάνες της να με έσφιγκε στην αγκαλιά. Απλά δεν μπορώ να την ξεχάσω
Ναυ: Ωωω, πονηρούλη την δάγκωσες την λαμαρίνα…
Καβ: Εγώ την δάγκωσα, είναι δικιά σου σειρά τώρα…

Η Ναυσικά κοκκίνησε από ντροπή και λέει:
Ναυ: Τι λες κάβουρα εφόσον ξέρεις δεν τραγουδώ καλά…

Ξάφνου πετάγεται ο Αστερίας και λέει:
Αστ: Δεν αφήνεται της λαμαρίνες, πρέπει να πάμε σπίτι, γιατί η μάνες μας θα μας σκίσουν αν αργήσεις.
Καβ: Ω ναι!!! Πάμε πάμε..
Αστ: Τα λέμε Ναυσικά τα λέμε αύριο.
Ναυ: Τα λέμε…

Εντωμεταξύ ο Δημήτρης και η παρέα του είχαν φάει και ετοιμάζονταν πάνε προς την Γαλήσα όπου θα κατασκήνωναν εκεί πέρα για το βράδυ. Μετά από μια ώρα φτάσανε. Και πήραν το μονοπάτι με τις αποσκευές και τις σκηνές για να κατέβουν στην Παραλία. Εκείνη την στιγμή η Ναυσικά ήταν ακόμη καθισμένη στα βράχια στο πλάι και χάζευε το πέλαγος. Όμως άκουσε φωνές και βούτηξε στο νερό ενώ παράλληλα κρύφτηκε από τα βράχια και κοιτούσε προς την παραλία.

Ο πρώτος που είδε ήταν ο Δημήτρης. Με το που τον είδε ένιωσε κάτι ένα πρωτόγνωρο και ταυτόχρονα, απερίγραπτο συναίσθημα. Η καρδία της χτυπούσε δυνατά, ήθελε να τον πλησιάσει και να τον σφίξει στην αγκαλιά της.
Ακούει κάποιον άλλον να τον φωνάζει Δημήτρη, το όνομα του είχε αμέσως αποτυπωθεί στην καρδιά της. Αυτόματα της βγήκε μια επιθυμία να τραγουδήσει αλλά συγκρατήθηκε, φοβήθηκε μήπως τον διώξει. Αμέσως αναρωτήθηκε “Τι είναι αυτό το συναίσθημα; Γιατί η καρδία μου χτυπά τόσο γρήγορα;”

Την στιγμή αυτή την διακόπτει ο κύριος μπαρμπούνης, ένας από τους υπηρέτες της βασίλισσας. Τον είχε στείλε για να μαζέψει την Ναυσικά πίσω στο παλάτι. Λόγο ότι είχε αργήσει και δεν το συνήθιζε να αργεί η Ναυσικά. Την πλησιάζει και τις λέει:

Μπαρ: Πριγκίπισσα, η Βασίλισσα είπε να επιστρέψετε στο παλάτι αμέσως.
Ναυ: Όχι όχι όχι δεν βλέπεις πως τώρα έχω μια σημαντική υπόθεση.
Μπαρ: Μα η Βασίλισσα θα με σκοτώσει αν δεν έρθετε.

Τότε με δυνατά φωνάζει:
Ναυ: Όχι όχι όχι!!!!! Δεν θέλω να έρθω τώρα!!

Όμως ακούστηκε η φωνή της, έτσι Δημήτρης λέει στην αδερφή του.

Δημ: Άκουσες κάποιον να φωνάζει;
Εμμ: Νομίζω πως ναι. Κάποιον να φωνάζει πίσω από τα βράχια.
Δημ: Πάω να τσεκάρω τι γίνεται.

Έτσι ο Δημήτρης πλησιάζει τα βράχια. Η Ναυσικά βλέπει να πλησιάζει ο Δημήτρης τα βράχια και λέει στον Μπαρμπούνη “Πάμε να φύγουμε. Μην ρωτάς το γιατί, εσύ φταις που ήρθες”. Έτσι χωρίς ο Μπαμπούνης να πει τίποτα έφυγαν. O Δημήτρης όταν πλησίασε φωνάζει “Δεν βλέπω κανέναν” στην αδερφή του. Έτσι γύρισε πίσω στις σκηνές.

Η ημέρα πέρασε και νύχτωσε. Στο μεγάλο παλάτι η Ναυσικά χάζευε τον νυχτερινό βυθό με ένα πράγμα στον νου της, τον Δημήτρη. Η καρδία της χτυπούσε δυνατά, αυθόρμητα της βγήκε να σιγοτραγουδήσει ένα τραγούδι. Περνούσε η μάνα της να την καληνυχτίσει και την άκουσε να σιγοτραγουδά. Έτσι μπήκε και την πλησίασε από πίσω και την γαργάλησε στα πλευρά. Η Ναυσικά ξαφνιάστηκε έτσι λέει :

Ναυ: Μαμά έλα τώρα!
Βασ: Δεν μπορώ να πειράζω την κορούλα μου.

Και φούσκωσε τα μαγουλά η βασίλισσα της παίρνοντας ένα ψευδο-θυμωμένο ύφος

Ναυ: Άσε με μάνα.
Βασ: Τι έχεις;

Ναυ: Δεν αισθάνομαι καλά η καρδία μου χτυπάει δυνατά, ενώ το μυαλό μου δεν μπορεί να σταματήσει να σκέφτεται ένα πρόσωπο. Τι έχω μάνα;

Η Βασίλισσα τότε την αγκάλιασε και τις είπε:

Βασ: Τα ίδια συμπτώματα είχα και εγώ όταν γνώρισα τον πατέρα σου. Δεν είναι τίποτα απλά είναι ο έρωτας.
Ναυ: Αυτό που ένα αγόρι αρέσει σε ένα κορίτσι και το αντίστροφο;
Βασ: Ναι αλλά πες μου ποιος αγόρι σου αρέσει;
Ναυ: Ήταν ένα αγόρι στην παραλία; Όταν τον είδα ένιωσα κάτι για πρώτη φορά.
Βασ: Είναι ακόμη εκεί;
Ναυ: Δεν ξέρω, αλλά ήταν με παρέα και είδα να στήνουν κάτι πάνινα σαν καλύμματα πράγματα στην παραλία.
Βασ: Και κάθεσαι ακόμη εδώ;
Ναυ: Ε; Τι να κάνω μάνα.
Βασ: Να πας στην παραλία που είδες το αγόρι. Όταν φτάσεις απλά τραγούδα.

Η Ναυσικά σοκαρίστηκε.
Ναυ: Μα.. μα με λένε κακόφωνη.
Βασ: Μην σε νοιάζει απλά συγκέντρωσε τα αισθήματα σου και το τραγούδι θα βγεί από μόνο του.

Ετσι με θαυμασμό η Ναυσικά ρωτά:
Ναυ: Σίγουρα;
Βασ: Ναι.
Τότε ξαναρωτά:
Ναυ: Σίγουρα σίγουρα; Είσαι σίγουρη μαμά;
Βασ: Σίγουρα σίγουρα είμαι 100% σίγουρη το ίδιο μου συνέβη και γνώρισα τον πατέρα σου. Ορίστε πάρε και αυτό το μενταγιόν για σιγουριά.

Και η Βασίλισσα ξεκούμπωσε το μενταγιόν που είχε ένα κοχύλι με ένα μαργαριτάρι και τις το φόρεσε. Η Ναυσικά το άγγιξε για λίγο καθώς έκλεισε τα μάτια της μετά τα άνοιξε και είπε.
Ναυ: Μάνα πάω.
Βασ: Στο καλό, τα κύματα να είναι μαζί σου. (Συνηθισμένη ευχή που λένε στο όταν εύχονται καλή τύχη)

Έτσι η Ναυσικά έφυγε σφαίρα προς στην παραλία.

Εντωμεταξύ ο Δημήτρης πήγε στα βράχια μαζί με την φωτογραφική για να τραβήξει φωτογραφίες από το τοπίο. Η θάλασσα ήταν γαλήνια ενώ το φως της σελήνη σχημάτιζε ένα μονοπάτι πάνω στο νερό. Τράβηξε μερικές και κάθισε στα βράχια με την φωτογραφική δίπλα. Έκλεισε τα μάτια του και είδε ένα όνειρο. Είδε να είναι στον βυθό ενώ μια φιγούρα τον πλησίασε και του έσκασε ένα φιλί. Αμέσως ξύπνησε και λέει. “Όνειρο ήταν” έτσι ξανακοιμάτε.

Η Ναυσικά έφτασε στην παραλία. Όταν έφτασε αναδύθηκε στην επιφάνεια και πλησίασε τα βράχια. Ο Δημήτρης κοιμόταν πάνω σε αυτά. Η Ναυσικά τον πλησίασε δειλά δειλά για να μην ξυπνήσει. Η καρδία της χτυπούσε τόσο δυνατά που κόντευε να πεταχτεί έξω από το στήθη της. Έκλεισε τα μάτια της και ακολούθησε το συναίσθημα, άνοιξε το στόμα της και άρχιζε να τραγουδά μια μελωδία. Τα τριγύρω ψάρια στην την άκουγαν και κοκάλωσαν ήταν η ποιο ωραία μελωδία που είχε ακούσει. Η μελωδία ακουγόταν σε όλον τον βυθό.

Ο Δημήτρης δε ακούγοντας την μελωδία άγγιξε το στήθος του ένιωσε μια ζεστασιά. Μετά σηκώθηκε και άνοιξε τα μάτια του. Η πρώτη εικόνα που είδε είναι ένα κορίτσι στο νερό να τραγουδά. Είχε κλειστά τα μάτια ενώ κρατούσε τα χέρια σαν να προσευχόταν και τα είχε στο ύψος του στήθους της. Είχε σαστίσει ενώ διστακτικά την πλησίασε. Ένα μυστήριο κράμα γαλήνης και θαυμασμού τον γέμισε ενώ ασυναίσθητα είχε μια επιθυμία να την αγκαλιάσει, ταυτόχρονα είχε κοκκινίσει και η καρδία του φτερούγισε για λίγο. Ήταν το ωραιότερο κορίτσι που είχε δει στην ζωή του. Άνοιξε την φωτογραφική του και την έβγαλε φωτογραφία.

Το φλάς της φωτογραφικής την τρόμαξε λίγο και διέκοψε το τραγούδι της. Τρόμαξε λίγο κι έκανε πως φεύγει. Ο Δημήτρης της είπε “Στάσου μην φεύγεις” και έκανε ένα βήμα μπροστά όμως γλίστρησε και έπεσε μέσα στο νερό. Η Ναυσικά έσπευσε αμέσως κοντά του και τον τράβηξε στην παραλία λίγο μακριά από τις σκηνές. Ευτυχώς δεν χτύπησε, τον κοίταξε στα μάτια, αμέσως η καρδιά της χτυπούσε ακόμη ποιο δυνατά συνειδητοποιώντας τι μόλις είχε κάνει ντράπηκε και γύρισε το κεφάλι της. Ο Δημήτρης βλέποντας να γυρίζει το κεφάλι την ρώτησε:

Δημ: Είσαι εντάξει;
Ναυ: Εεεεε, καλά είμαι καλά είμαι;
Δημ: Ωραίο το τραγούδι σου, έχεις ταλέντο.
Ναυ: Όχι και ταλέντο. Με κολακεύεις.

Του αποκρίθηκε και τον χτύπησε ελαφρά στον ώμο θέλοντας να κρύψει την ντροπή της.

Δημ: Παρεμπιπτόντως είναι και πολύ όμορφη. Είσαι τόσο όμορφη φαίνεται ο Θεός είχε τα κέφια του όταν σε έπλασε.
Ναυ: Με κολακεύεις….
Δημ: Ξέχασα να συστηθώ με λένε Δημήτρη.
Ναυ: Χάρηκα με λένε Ναυσικά, εεεε ξέρεις και εσύ είναι όμορφος. Ενώ ένωνε τους δείκτες των δακτύλων της ναζιάρικα.
Δημ: Και δεν μου λες από που είσαι;
Ναυ: Μένω εδώ κοντά, ξέρεις είμαι γοργόνα και είμαι η πριγκίπισσα του βυθού, η μάνα μου είναι η Βασίλισσα.
Δημ: Σιγά και εγώ είμαι ο πάπας τς Ρώμης
Ναυ: Αν δεν με πιστεύεις άγγιξε την ουρά μου και ψηλάφισέ την.

Ο Δημήτρης αρχικά νόμιζε ότι ήταν τρελή, έτσι άγγιξε την ουρά της και την ψηλάφισε με τα χέρια του. Η αίσθηση ήταν πραγματική δεν αισθανόταν κανένα υλικό που να έδειχνε ότι ήταν ύφασμα η ότι ήταν από τεχνητό υλικό. Η Ναυσικά έβγαλε ένα βογκητό.

Ναυ: Πρόσεχε εκεί είμαι λίγο ευαίσθητη.
Δημ: Α! Συγνώμη δεν το ήξερα.

Είπε καθώς είχε απλώσει τα χέρια του μπροστά και κουνούσε τις παλάμες. Μετά κοιτάχτηκαν και κοκκίνισαν, γύρισαν και οι 2 το πρόσωπό τους, μετά το ξαναγύρισαν να πάρουν κλεφτές ματιές.

Ναυ: Ξέρεις είσαι πολύ όμορφος, σε είδα να έρχεσαι στην παραλία το μεσημέρι.
Δημ: Μην μου πεις Εσύ είχες φωνάξει στο μεσημέρι;
Ναυ: Εεεεεε ναι.

Ενώ είχε πάρει ένα ντροπαλό, ένοχο αλλά και ταυτόχρονα ναζιάρικο ύφος καθώς ένωνε πάλι τους δείκτες των δακτύλων της.

Δημ: Εντάξει δεν τρέχει μια. Αν και το ύφος σου το βρίσκω χαριτωμένο. Το αποφάσισα! το κορίτσι που θα ερωτευτώ να είναι όσο χαριτωμένη όσο εσύ.

Η καρδία της Ναυσικάς χτυπούσε με τους μέγιστους παλμούς που μπορούσε να χτυπήσει. Λίγο ακόμα και νόμιζε ότι η καρδιά της δεν θα άντεχε άλλο. Άγγιξε το στήθος της. Ανάσανε αργά…. Ο Δημήτρης την είδε ναι ανύσηχος είπε:

Δημ: Ναυσικά, Ναυσικά, είσαι καλά;

Η Ναυσικά δεν αποκρίθηκε, έτσι φώναξε.

Δημ: Ναυσικά!!!!
Ναυ: Δημήτρη, γιατί δεν ερωτεύεσαι εμένα;
Δημ: Ε;! παρδόν;

Ναυ: Γιατί δεν με ερωτεύεσαι τότε!!!!

Είπε θυμωμένα και συνέχισε.

Ναυ: Από το μεσημέρι μου έχεις πάρει τα μυαλά, και το τραγούδι μου ήταν για σένα μόνο για σένα. Όταν σε βλέπω η καρδία μου κοντεύει να σπάσει, η μόνη σκέψη μου είναι το πρόσωπό σου από το μεσημέρι δεν με έχεις αφήσει να κάτσω σε χλωρό κλαρί. Σε παρακαλώ πες μου θες να γίνεις το αγόρι μου;

Ο Δημήτρης έμεινε μαλάκας, για πρώτη φορά στην ζωή του κάποια του εξομολογείτε τα αισθήματά της γι αυτός. Και πρώτη φορά κάποιος αισθανόταν τόσο τρυφερά συναισθήματα γι αυτόν. Το μυαλό του θόλωσε και πλημμύρισε με τρυφερά συναισθήματα γι αυτήν. Η καρδιά του άρχισε να χτυπά όσο δυνατά όσο δεν είχε χτυπήσει σε όλη του την ζωή. Άπλωσε τα χέρια του και την αγκάλιασε.

Δημ: Σε ευχαριστώ για τα αισθήματά σου ήταν ότι ποιο πολύτιμο μου έχει δώσει κάποιος. Γι αυτό θες να γίνεις το κορίτσι μου; Μόλις σε έχω ερωτευτεί. Θα ήθελα τα αισθήματα σου να τα αισθάνομαι να τα αισθάνομαι για όλη μου την ζωή.
Ναυ: Αλήθεια;

Είπε με θαυμασμό!!!

Δημ: Ναι ότι λέω είναι αλήθεια μόνο αλήθεια. Πότε με τέτοια συναισθήματα δεν παίζω, στο ορκίζομαι!!!
Ναυ: Τότε φίλα με.

Τότε η Ναυσικά έκανε λίγο πίσω και σούφρωσε τα χείλια της. Ο Δημήτρης πλησίασε τα χείλια του στα χείλη της σιγά σιγά. Την φίλησε, ένιωσε μια πρωτόγνωρη και ευχάριστη αίσθηση στα χείλη του. Μετά η Ναυσικά άγγιξε τα χείλη της.

Ναυ: Φίλησέ με ακόμη μια φορά.

Και ο Δημήτρης την ξαναφίλησε.

Ναυ: Ακόμα μια.

Και ο Δημήτρης την ξαναφίλησε.

Και η Ναυσικά εξακολουθούσε να του ζητά φιλάκια.

Τελικά υπάρχουν γοργόνες, αν ναι μπορούν να ερωτευτούν εμάς τους ανθρώπους. Δεν ξέρω αλλά αν υπάρχουν θα θέλατε να είστε ερωτευμένη με μια; Είναι στην δικιά σας επιλογή. Αλλά όσες από εδώ είστε μοναχικές ψυχές, μην το βάζετε κάτω, το τέλος της μοναξιάς σας πλησιάζει αρκεί να βρείτε την δικιά σας “γοργόνα”.